Ἑρμαῖα

Ἑρμαῖος
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμαία — ἑρμαίᾱ , ἕρμαιον gift of fem nom/voc/acc dual ἑρμαίᾱ , ἕρμαιον gift of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἑρμαίᾱ , ἑρμαῖος called after fem nom/voc/acc dual ἑρμαίᾱ , ἑρμαῖος called after fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαία — Ἑρμαίᾱ , Ἑρμαίης masc nom/voc/acc dual Ἑρμαίᾱ , Ἑρμαίης masc voc sg (attic) Ἑρμαίᾱ , Ἑρμαίης masc gen sg (doric aeolic) Ἑρμαί̱ᾱ , Ἑρμαῖος fem nom/voc/acc dual Ἑρμαί̱ᾱ , Ἑρμαῖος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίᾳ — ἑρμαίᾱͅ , ἕρμαιον gift of fem dat sg (attic doric aeolic) ἑρμαίᾱͅ , ἑρμαῖος called after fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίᾳ — Ἑρμαίᾱͅ , Ἑρμαίης masc dat sg (attic doric aeolic) Ἑρμαί̱ᾱͅ , Ἑρμαῖος fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμαία — Γιορτή στην αρχαιότητα προς τιμήν του Ερμή. Στις γιορτές αυτές οι νέοι αγωνίζονταν και έπαιζαν πιο ελεύθερα από ό,τι συνήθως, γι’ αυτό και απαγορευόταν (με νόμο του Σόλωνα) να μπαίνουν στα γυμνάσια οι ενήλικοι, όταν τελούσαν τα Ε. Στους χρόνους… …   Dictionary of Greek

  • Ἕρμαια — Ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc pl Ἑρμαίης masc voc sg Ἑρμαίης masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρμαια — ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc pl ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίας — ἑρμαίᾱς , ἕρμαιον gift of fem acc pl ἑρμαίᾱς , ἕρμαιον gift of fem gen sg (attic doric aeolic) ἑρμαίᾱς , ἑρμαῖος called after fem acc pl ἑρμαίᾱς , ἑρμαῖος called after fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίαν — ἑρμαίᾱν , ἕρμαιον gift of fem acc sg (attic doric aeolic) ἑρμαίᾱν , ἑρμαῖος called after fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίας — Ἑρμαίᾱς , Ἑρμαίης masc acc pl Ἑρμαίᾱς , Ἑρμαίης masc nom sg (attic epic doric aeolic) Ἑρμαί̱ᾱς , Ἑρμαῖος fem acc pl Ἑρμαί̱ᾱς , Ἑρμαῖος fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.